ἀμφύσκῃ: τῇ χειρὶ κυρτωθείσῃ, ἔνιοι δὲ τὸ λεῖκνον, Hsch. ἀμφύσκῃ: τῇ χειρὶ κυρτωθείσῃ, ἔνιοι δὲ τὸ λεῖκνον, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀμφύσκῃ: τῇ χειρὶ κυρτωθείσῃ, ἔνιοι δὲ τὸ λεῖκνον, Hsch. ἀμφύσκῃ: τῇ χειρὶ κυρτωθείσῃ, ἔνιοι δὲ τὸ λεῖκνον, Hsch.
λεικνάριον , λεικνίζω , λεῖκνον , ff.ll.for λικν -. λείκρικα: σειραί, σχοινία, πλέγματα , Hsch. (Cf. λέκρικα .) λεικνάριον,λεικνίζω,λεῖκνον, ff.ll.forλικν-.λείκρικα: σειραί, σχοινία, πλέγματα, Hsch. (