λη-ί̈στωρ , ορος , ὁ , = ληϊστήρ , Od. 15.427 , Nic. Th. 347 : in Prose λῄστωρ , Sammelb. 4309.14 (iii B.C.) as Adj. , ληί̈στορι χαλκῷ AP 9.649 ( Maced. ). λη-ί̈στωρ,ορος,ὁ, A. = ληϊστήρ , Od. 15.42
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λη-ί̈στωρ , ορος , ὁ , = ληϊστήρ , Od. 15.427 , Nic. Th. 347 : in Prose λῄστωρ , Sammelb. 4309.14 (iii B.C.) as Adj. , ληί̈στορι χαλκῷ AP 9.649 ( Maced. ). λη-ί̈στωρ,ορος,ὁ, A. = ληϊστήρ , Od. 15.42
robber λῃστ-ήρ,ῆρος,ὁ, in Hom. ληϊστήρ, A. = λῃστής (q.v.),robber, esp.pirate, Od. 3.73 , etc.; λ. πολύπλαγκτοι 17.425 , cf. 16.426 , AP 7.737 , Man. 3.258 :—fem.λῄστειρα, ναῦς Ael. NA 8.19 .