λεωπετρία , ἡ , = λεία πέτρα , D.S. 3.16 ( = Agatharch. 34 ), LXX Ez. 24.8 , al.; λεωπέτρα is f.l. in Hsch. ; cf. λιοπέτριον . λεωπετρία,ἡ, A. = λεία πέτρα , D.S. 3.16 (= Agatharch. 34 ), LXX Ez. 2
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λεωπετρία , ἡ , = λεία πέτρα , D.S. 3.16 ( = Agatharch. 34 ), LXX Ez. 24.8 , al.; λεωπέτρα is f.l. in Hsch. ; cf. λιοπέτριον . λεωπετρία,ἡ, A. = λεία πέτρα , D.S. 3.16 (= Agatharch. 34 ), LXX Ez. 2
λίξ: πλάγιος, καὶ λίθος πλατύς , Hsch. ; also, = πνευμονία, νόσος , Id. λιολεθρίᾳ: παντελεῖ ὀλέθρῳ , Id. λιοπέτριον: λίθος λεῖος , Id. λίξ: πλάγιος, καὶ λίθος πλατύς, Hsch. ; also, A. = πνευμονία, ν