λόε , λοέσσας , λοεσσάμενος , λοέσσομαι , v. λούω . λοετρόν , λοετροχόος , v. λουτρ -. λοέω , v. λούω . λοιάδες: αἱ κόραιτῶν ὀφθαλμῶν , Theognost. Can. 22 ; cf. λογάς (B). λοίαξ: ὁ ξηρὸς χόρτος , Hsch
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λόε , λοέσσας , λοεσσάμενος , λοέσσομαι , v. λούω . λοετρόν , λοετροχόος , v. λουτρ -. λοέω , v. λούω . λοιάδες: αἱ κόραιτῶν ὀφθαλμῶν , Theognost. Can. 22 ; cf. λογάς (B). λοίαξ: ὁ ξηρὸς χόρτος , Hsch
l[acaron]vo λούω, contr. fromλοέω, from which comeimpf. A. λόεον Od. 4.252 :aor. inf. λοέσσαι 19.320 ;part. λοέσσας Il. 23.282 :fut. Med. λοέσσομαι Od. 6.221 :3 sg. aor. λοέσσατοib. 227