λύττα , λυττάω , λυττητικός , etc., v. λυσς -. λύττα,λυττάω,λυττητικός, etc.,v. λυσς-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λύττα , λυττάω , λυττητικός , etc., v. λυσς -. λύττα,λυττάω,λυττητικός, etc.,v. λυσς-.
to be raging λυσσ-άω, Att. λυττάω, Ep. part. A. λυσσώων Man. 1.244 , AP 5.265 (Paul. Sil.):—to be ragingin battle, Hdt. 9.71 ; cf.λύσσαinit. 2. rave, be mad, S. OT 1258 , Ant. 492 , Pl. R. 329c