λωτρόν , λωτροχόος , Dor. for λουτρ -. λωφάξαλος: ἐμπηδήσας , Hsch. λῶφαρ: λώφημα , Id. λωτρόν,λωτροχόος, Dor. forλουτρ-.λωφάξαλος: ἐμπηδήσας, Hsch. λῶφαρ: λώφημα, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λωτρόν , λωτροχόος , Dor. for λουτρ -. λωφάξαλος: ἐμπηδήσας , Hsch. λῶφαρ: λώφημα , Id. λωτρόν,λωτροχόος, Dor. forλουτρ-.λωφάξαλος: ἐμπηδήσας, Hsch. λῶφαρ: λώφημα, Id.
bath, bathing-place λουτρόν,τό, in Hom. alwaysλοετρόν, but contr. form in h.Cer. 50 , Hes. Op. 753 ; Dor. λωτρόν, Hsch. : (λούω):— A. bath, bathing-place, Hom. , always in pl.,θερμὰ λοετράhotbath, I