λωτρόν , λωτροχόος , Dor. for λουτρ -. λωφάξαλος: ἐμπηδήσας , Hsch. λῶφαρ: λώφημα , Id. λωτρόν,λωτροχόος, Dor. forλουτρ-.λωφάξαλος: ἐμπηδήσας, Hsch. λῶφαρ: λώφημα, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λωτρόν , λωτροχόος , Dor. for λουτρ -. λωφάξαλος: ἐμπηδήσας , Hsch. λῶφαρ: λώφημα , Id. λωτρόν,λωτροχόος, Dor. forλουτρ-.λωφάξαλος: ἐμπηδήσας, Hsch. λῶφαρ: λώφημα, Id.