λᾳστήριον , v. λῃστήριον . λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος , Hsch. (Fort. λᾶς ( ͂ λᾶας ) τρυμαλίας .) λᾳστήριον, A. v. λῃστήριον .λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος, Hsch. (Fort.λᾶς(͂ λᾶας)τρυμαλίας.)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λᾳστήριον , v. λῃστήριον . λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος , Hsch. (Fort. λᾶς ( ͂ λᾶας ) τρυμαλίας .) λᾳστήριον, A. v. λῃστήριον .λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος, Hsch. (Fort.λᾶς(͂ λᾶας)τρυμαλίας.)
band of robbers λῃστ-ήριον, Dor. λᾳστήριον,τό, A. band of robbers, X. HG 5.4.42 , Aeschin. 1.191 , PPetr. 3 P. 59 (iii B.C.): in pl.,piratical vessels, Clidem. 5 , IGRom. 4.219 (Ilion). 2. retreat