λῃτ-ουργέω , λῃτ-ουργία , λῃτ-ουργός , v. λειτ -. λῃτ-ουργέω,λῃτ-ουργία,λῃτ-ουργός,v. λειτ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λῃτ-ουργέω , λῃτ-ουργία , λῃτ-ουργός , v. λειτ -. λῃτ-ουργέω,λῃτ-ουργία,λῃτ-ουργός,v. λειτ-.