λώλεσσαν , v. λώεσσαν . λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκων γενόμενον, παιδίοις πεφωσμένον , Hsch. λωλώ: ὅταν σῦκα μετὰ γιγάρτων φωσθῇ , Id. λώλεσσαν, A. v. λώεσσαν .λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκω
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λώλεσσαν , v. λώεσσαν . λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκων γενόμενον, παιδίοις πεφωσμένον , Hsch. λωλώ: ὅταν σῦκα μετὰ γιγάρτων φωσθῇ , Id. λώλεσσαν, A. v. λώεσσαν .λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκω