ματακὸς ἢ ματακόν , Hsch. μάταξα , ἡ , v. μέταξα . μάταρος: στέφανος μεμαρασμένος , Id. (fort. μαδαρός ). ματακὸς ἢ ματακόν, Hsch. μάταξα,ἡ, A. v. μέταξα .μάταρος: στέφανος μεμαρασμένος, Id. (fort.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ματακὸς ἢ ματακόν , Hsch. μάταξα , ἡ , v. μέταξα . μάταρος: στέφανος μεμαρασμένος , Id. (fort. μαδαρός ). ματακὸς ἢ ματακόν, Hsch. μάταξα,ἡ, A. v. μέταξα .μάταρος: στέφανος μεμαρασμένος, Id. (fort.