μασί-γδουπος , ον , = ἐρίγδουπος , Hsch. μασιτρίς , gloss on νάρφη , Id. μασί-γδουπος,ον, A. = ἐρίγδουπος , Hsch. μασιτρίς, gloss on νάρφη , Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μασί-γδουπος , ον , = ἐρίγδουπος , Hsch. μασιτρίς , gloss on νάρφη , Id. μασί-γδουπος,ον, A. = ἐρίγδουπος , Hsch. μασιτρίς, gloss on νάρφη , Id.
νάρφη , ἡ , a fancy loaf, = μασιτρίς , Hsch. νᾶς , ἡ , Dor. for ναῦς . νάσθη , v. ναίω . νᾱσιώτας , α , ὁ , Aeol. and Dor. for νησιώτης . νάσκαφθον , τό , v. νάρκαφθον . νάρφη,ἡ, a fancy loaf, A. =