μεμαίκυλον , v. μιμαίκυλον . μεμαῖνα: ἀληλλιμένα , Hsch. μεμακυῖα , v. μηκάομαι . μεμαλισμένους: μεμαλαγμένους, ἢ παραφρονοῦντας, μαινομένους , Id. μεμάποιεν , μέμαρπον , v. μάρπτω . μεμβλάσαι: συνδῆσ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μεμαίκυλον , v. μιμαίκυλον . μεμαῖνα: ἀληλλιμένα , Hsch. μεμακυῖα , v. μηκάομαι . μεμαλισμένους: μεμαλαγμένους, ἢ παραφρονοῦντας, μαινομένους , Id. μεμάποιεν , μέμαρπον , v. μάρπτω . μεμβλάσαι: συνδῆσ
take hold of μάρπτω,impf. A. ἔμαρπτον Il. 21.489 ; Ep. μάρπτον Emp. 90.1 :fut. μάρψω Il. 15.137 , E. Ion 158 (lyr.):aor. 1 ἔμαρψα Il. 22.201 , etc.: Ep. forms,3 sg. subj. μάρπτῃσι Il. 8