μεμαίκυλον , v. μιμαίκυλον . μεμαῖνα: ἀληλλιμένα , Hsch. μεμακυῖα , v. μηκάομαι . μεμαλισμένους: μεμαλαγμένους, ἢ παραφρονοῦντας, μαινομένους , Id. μεμάποιεν , μέμαρπον , v. μάρπτω . μεμβλάσαι: συνδῆσ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μεμαίκυλον , v. μιμαίκυλον . μεμαῖνα: ἀληλλιμένα , Hsch. μεμακυῖα , v. μηκάομαι . μεμαλισμένους: μεμαλαγμένους, ἢ παραφρονοῦντας, μαινομένους , Id. μεμάποιεν , μέμαρπον , v. μάρπτω . μεμβλάσαι: συνδῆσ
bleat μηκ-άομαι,pres.only late, Procop. Goth. 2.17 , cf. Phryn. PS p.59 B. , Sch. Od. 9.124 : poet.aor. part. μᾰκών(v. infr.):pf. part. μεμηκώς; fem.μεμᾰκυῖα:impf., formed frompf., A. ἐμέμηκον Od.