μεμαίκυλον , v. μιμαίκυλον . μεμαῖνα: ἀληλλιμένα , Hsch. μεμακυῖα , v. μηκάομαι . μεμαλισμένους: μεμαλαγμένους, ἢ παραφρονοῦντας, μαινομένους , Id. μεμάποιεν , μέμαρπον , v. μάρπτω . μεμβλάσαι: συνδῆσ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μεμαίκυλον , v. μιμαίκυλον . μεμαῖνα: ἀληλλιμένα , Hsch. μεμακυῖα , v. μηκάομαι . μεμαλισμένους: μεμαλαγμένους, ἢ παραφρονοῦντας, μαινομένους , Id. μεμάποιεν , μέμαρπον , v. μάρπτω . μεμβλάσαι: συνδῆσ