μενάσσει: μολύνει , Hsch. μενδῖται , οἱ , v. μίνδις . μενάσσει: μολύνει, Hsch. μενδῖται,οἱ, A. v. μίνδις .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μενάσσει: μολύνει , Hsch. μενδῖται , οἱ , v. μίνδις . μενάσσει: μολύνει, Hsch. μενδῖται,οἱ, A. v. μίνδις .