μεσσήρης , v. μεσήρης . μεσσίδιος: μέσος, ἶσος , Hsch. μεσσήρης, A. v. μεσήρης .μεσσίδιος: μέσος, ἶσος, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μεσσήρης , v. μεσήρης . μεσσίδιος: μέσος, ἶσος , Hsch. μεσσήρης, A. v. μεσήρης .μεσσίδιος: μέσος, ἶσος, Hsch.