μες<ς>οικέται: μέτοικοι, ἢ οἱ τὰς λαγόνας οἰκοῦντες , Hsch. μές<ς>οπα: ἱμάντα τὸν περὶ τὸν ζυγὸν καὶ τὸ ἄροτρον δεδεμένον , Id.; cf. μέσαβον . μεσσο-παγής , μεσσο-παλής , v. μεσοπ -. μες<ς>οικέται: μέ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μες<ς>οικέται: μέτοικοι, ἢ οἱ τὰς λαγόνας οἰκοῦντες , Hsch. μές<ς>οπα: ἱμάντα τὸν περὶ τὸν ζυγὸν καὶ τὸ ἄροτρον δεδεμένον , Id.; cf. μέσαβον . μεσσο-παγής , μεσσο-παλής , v. μεσοπ -. μες<ς>οικέται: μέ