μετέκκλιτος ( v.l. μετέκ-κλητος ), ον , [δίκη ] f.l. for μετ' ἔκκλητον in Lyd. Mag. 2.15 . μετέκκλιτος(v.l. μετέκ-κλητος),ον , [δίκη] A. f.l. for μετ' ἔκκλητον in Lyd. Mag. 2.15 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μετέκκλιτος ( v.l. μετέκ-κλητος ), ον , [δίκη ] f.l. for μετ' ἔκκλητον in Lyd. Mag. 2.15 . μετέκκλιτος(v.l. μετέκ-κλητος),ον , [δίκη] A. f.l. for μετ' ἔκκλητον in Lyd. Mag. 2.15 .