μνοῦνες: οἱ μηροί , Hsch. μνωί̈α , μνωί̈της , v. μνοία . μνωόμενος , μνώοντο , v. μνάομαι . μνώσκει: μίσγεται, ἔρχεται , Id. μνῶται: κινεῖται ἢ κτείνεται , Erot. (dub. l.). μνοῦνες: οἱ μηροί, Hsch. μ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μνοῦνες: οἱ μηροί , Hsch. μνωί̈α , μνωί̈της , v. μνοία . μνωόμενος , μνώοντο , v. μνάομαι . μνώσκει: μίσγεται, ἔρχεται , Id. μνῶται: κινεῖται ἢ κτείνεται , Erot. (dub. l.). μνοῦνες: οἱ μηροί, Hsch. μ