mousetrap μύσπαλα, A. mousetrap, Hsch. μυσπαλοίματα: τὰ κατάλοιπα τῶν ἀλουμένων, Id.μύσπαν: μύξαν, οἱ δὲ τὸ μυὸς τρόπον ἀναστρέφεσθαι, Id.μυσπίην: μυχοισμόν(fort.μοιχισμόν), μύσαγμα, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
mousetrap μύσπαλα, A. mousetrap, Hsch. μυσπαλοίματα: τὰ κατάλοιπα τῶν ἀλουμένων, Id.μύσπαν: μύξαν, οἱ δὲ τὸ μυὸς τρόπον ἀναστρέφεσθαι, Id.μυσπίην: μυχοισμόν(fort.μοιχισμόν), μύσαγμα, Id.