μάγιν: ἀσπίδα , Hsch. μαγιρέον , μᾰ́γ-ιρος , v. μαγειρεῖον, -ειρος . μάγιν: ἀσπίδα, Hsch. μαγιρέον,μᾰ́γ-ιρος, A. v. μαγειρεῖον, -ειρος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μάγιν: ἀσπίδα , Hsch. μαγιρέον , μᾰ́γ-ιρος , v. μαγειρεῖον, -ειρος . μάγιν: ἀσπίδα, Hsch. μαγιρέον,μᾰ́γ-ιρος, A. v. μαγειρεῖον, -ειρος .
cooking μάγιν· ἀσπίδα, [[ 5th c.AD(?): Hesychius Legal icographus ] Refs 5th c.AD+] μαγιρέον, μᾰγ-ιρος, see at {μαγειρεῖον},{-ειρος}.