μής , ὁ , v. μείς . μῆστο: ἐβουλεύσατο , Hsch. ; cf. μήδομαι . μής,ὁ, A. v. μείς .μῆστο: ἐβουλεύσατο, Hsch. ; cf.μήδομαι.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μής , ὁ , v. μείς . μῆστο: ἐβουλεύσατο , Hsch. ; cf. μήδομαι . μής,ὁ, A. v. μείς .μῆστο: ἐβουλεύσατο, Hsch. ; cf.μήδομαι.
to be minded, intend μήδομαι, Il. 2.360 , etc.:impf. A. ἐμήδετο h.Merc. 46 ; Ep. μήδετο(v. infr.):fut. μήσομαι S. Tr. 973 (lyr.), E. HF 1075 (lyr.); Ep. 2 sg. μήσεαι Od. 11.474 :aor. ἐμήσα