youth, νεότης, Dor. νέο-τας,ητος,ἡ, (νέος) A. youth, ἐκ νεότητος . . ἐς γῆρας Il. 14.86 , cf. Ev.Marc. 10.20 , etc.; ἀτέμβονται νεότητος Il. 23.445 ;ἐρατὴν γὰρ ἀπωλέσαμεν νεότητα,i.e. we died y
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
youth, νεότης, Dor. νέο-τας,ητος,ἡ, (νέος) A. youth, ἐκ νεότητος . . ἐς γῆρας Il. 14.86 , cf. Ev.Marc. 10.20 , etc.; ἀτέμβονται νεότητος Il. 23.445 ;ἐρατὴν γὰρ ἀπωλέσαμεν νεότητα,i.e. we died y