ναύω , Aeol. for νάω (q.v.), Hsch. = ἱκετεύω , Id., Phot. ναυών , ῶνος , ὁ , ( ναῦς ) = νεών, νεώριον , Hsch. ναύω, Aeol. forνάω(q.v.), Hsch. II. = ἱκετεύω , Id., Phot. ναυών,ῶνος,ὁ, (ναῦς) = νεών,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ναύω , Aeol. for νάω (q.v.), Hsch. = ἱκετεύω , Id., Phot. ναυών , ῶνος , ὁ , ( ναῦς ) = νεών, νεώριον , Hsch. ναύω, Aeol. forνάω(q.v.), Hsch. II. = ἱκετεύω , Id., Phot. ναυών,ῶνος,ὁ, (ναῦς) = νεών,