οὐδραία: ὑδρία, μέτρον τι, Ἀττικοῦ μετρητοῦ ἥμισυ , Hsch. οὐδραίνει: περικαθαίρει, Λάκωνες , Id. οὐδύεται: ἐρίζει , Id. οὐδραία: ὑδρία, μέτρον τι, Ἀττικοῦ μετρητοῦ ἥμισυ, Hsch. οὐδραίνει: περικαθαίρε
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
οὐδραία: ὑδρία, μέτρον τι, Ἀττικοῦ μετρητοῦ ἥμισυ , Hsch. οὐδραίνει: περικαθαίρει, Λάκωνες , Id. οὐδύεται: ἐρίζει , Id. οὐδραία: ὑδρία, μέτρον τι, Ἀττικοῦ μετρητοῦ ἥμισυ, Hsch. οὐδραίνει: περικαθαίρε