παρήπᾰφε , v. παραπαφίσκω . παρηρία: μωρία , Hsch. ; cf. παραρρ έω , and v. παρήορος 111 ; also πάρηρος ( πάρερος cod., sed post παρη ρία ) : ὁ μωρός , Id. παρής , contr. for παρηί̈ς . παρήπᾰφε, A.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παρήπᾰφε , v. παραπαφίσκω . παρηρία: μωρία , Hsch. ; cf. παραρρ έω , and v. παρήορος 111 ; also πάρηρος ( πάρερος cod., sed post παρη ρία ) : ὁ μωρός , Id. παρής , contr. for παρηί̈ς . παρήπᾰφε, A.