πίττῐνος , πιττόω , πίττωσις , πιττωτός , Att. for πίσσινος , etc. πίττῐνος,πιττόω,πίττωσις,πιττωτός, Att. forπίσσινος, etc.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πίττῐνος , πιττόω , πίττωσις , πιττωτός , Att. for πίσσινος , etc. πίττῐνος,πιττόω,πίττωσις,πιττωτός, Att. forπίσσινος, etc.
of πίσσ-ῐνος, Att. πίττινος,η,ον, A. oforfrom pitch, pitched,κάδος π. Ar. Fr. 269 , IG 22.1648.27 (pl.);like pitch, δρόσος Luc. VH 2.29 .