πᾰλίν-πιττα: ἑφθὴ πίττα , Hsch. ; cf. παλίμπισσα . πᾰλίν-πιττα: ἑφθὴ πίττα, Hsch. ; cf.παλίμπισσα.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πᾰλίν-πιττα: ἑφθὴ πίττα , Hsch. ; cf. παλίμπισσα . πᾰλίν-πιττα: ἑφθὴ πίττα, Hsch. ; cf.παλίμπισσα.
πίττα , ἡ , Att. for πίσσα . πίττα,ἡ, Att. forπίσσα.
pitch πίσσᾰ, Att. πίττᾰ,ἡ, A. pitch, Il. 4.277 , Hdt. 4.195 , Call. Hec. 1.4.4 , etc.: gen. pl. written πισᾶν IG 42(1).102.278 (Epid.,iv B. C.); but sg.πίσσαςib. 238 , 240 : distd. asπ. ὠμήandἑψηθ
hairy, shaggy, bristling βλοσῠρός,ά,όν, alsoός,όν v.l. in Hes. Sc. 250 :— A. hairy, shaggy, bristling, μειδιόων βλοσυροῖσι προσώπασι Il. 7.212 ; τὼ δέ οἱ ὄσσε λαμπέσθην βλοσυρῇσιν ὑπ' ὀφρύσιν 15.