ἰαριγμόν: χαράν, καὶ θροῦν , Hsch. ἰαροχρείαν: τὴν ὀσφῦν (Ital.), Id.:—also ἰαροχρής: καθαρός, θύσιμος , Id. (For ἱερο- .) ἰαρπάλαμος: ἀκρόχειρος , Id. ἱάρωμα: κοσμάριον παιδικόν , Id. ἰαριγμόν: χαράν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἰαριγμόν: χαράν, καὶ θροῦν , Hsch. ἰαροχρείαν: τὴν ὀσφῦν (Ital.), Id.:—also ἰαροχρής: καθαρός, θύσιμος , Id. (For ἱερο- .) ἰαρπάλαμος: ἀκρόχειρος , Id. ἱάρωμα: κοσμάριον παιδικόν , Id. ἰαριγμόν: χαράν
of a child παιδ-ικός,ή,όν, A. of a child, θρίξ IG 12(5).173 iii 4 (Paros); χιτών PTeb. 127 (ii B. C.); ἡλικία Demetr. Lac. Herc. 1055.10 ;fororlike a child, whetherboyorgirl, but more commonly
young girl παλλᾰκ-ή,ἡ, A. = παλλακίς, πολλὰς κουριδίας γυναῖκας, πολλῷ δὲ πλεῦνας παλλακάς Hdt. 1.135 , cf. 84 , 2.130 , al., Ar. V. 1353 , Antipho 1.14 , Lexap. D. 23.53 , Lys. 1.31 , Pl. Ion 538b
a concubine παλλᾰκ-ή, ἡ, ={παλλακίς}, πολλὰς κουριδίας γυναῖκας, πολλῷ δὲ πλεῦνας παλλακάς [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 1.135, compare 84, 2.130, +others, 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Ves