παράρυμα , v. παράρρυμα . παραρυμίς: τὸ παρὰ τὸν ῥυμόν , Hsch. παραρυτεῖν: παρέχειν (fort. παραχεῖν ), Id. παρασαβάζω , v. παραισαβάζω . παράρυμα, A. v. παράρρυμα .παραρυμίς: τὸ παρὰ τὸν ῥυμόν, Hsch
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παράρυμα , v. παράρρυμα . παραρυμίς: τὸ παρὰ τὸν ῥυμόν , Hsch. παραρυτεῖν: παρέχειν (fort. παραχεῖν ), Id. παρασαβάζω , v. παραισαβάζω . παράρυμα, A. v. παράρρυμα .παραρυμίς: τὸ παρὰ τὸν ῥυμόν, Hsch