παράορος , v. παρήορος . παραός: ἀετός ( Maced. ), Hsch. παράορος, A. v. παρήορος .παραός: ἀετός( Maced. ), Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παράορος , v. παρήορος . παραός: ἀετός ( Maced. ), Hsch. παράορος, A. v. παρήορος .παραός: ἀετός( Maced. ), Hsch.
with cheeks χαλκο-πάρῃος [πᾰ], Dor. χαλκο-πάρᾱͅος,ον, A. with cheeksorsides of bronze,epith. of helmets, Il. 12.183 , 17.294 , 20.397 , Od. 24.523 ; of a javelin, Pi. P. 1.44 , N. 7.71 ; κρέμβαλα C