πάρφαινε , παρφάμενος , παρφάσθαι , παρφᾰσία , πάρφᾰσις , παρφέρομαι , παρφῠγέειν , poet. for παραφ- . πάρφαινε,παρφάμενος,παρφάσθαι,παρφᾰσία,πάρφᾰσις,παρφέρομαι,παρφῠγέειν, poet. forπαραφ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πάρφαινε , παρφάμενος , παρφάσθαι , παρφᾰσία , πάρφᾰσις , παρφέρομαι , παρφῠγέειν , poet. for παραφ- . πάρφαινε,παρφάμενος,παρφάσθαι,παρφᾰσία,πάρφᾰσις,παρφέρομαι,παρφῠγέειν, poet. forπαραφ-.