πάρφαινε , παρφάμενος , παρφάσθαι , παρφᾰσία , πάρφᾰσις , παρφέρομαι , παρφῠγέειν , poet. for παραφ- . πάρφαινε,παρφάμενος,παρφάσθαι,παρφᾰσία,πάρφᾰσις,παρφέρομαι,παρφῠγέειν, poet. forπαραφ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πάρφαινε , παρφάμενος , παρφάσθαι , παρφᾰσία , πάρφᾰσις , παρφέρομαι , παρφῠγέειν , poet. for παραφ- . πάρφαινε,παρφάμενος,παρφάσθαι,παρφᾰσία,πάρφᾰσις,παρφέρομαι,παρφῠγέειν, poet. forπαραφ-.
flee past παραφεύγω, A. flee pastorbeyond,τῇ δ' οὔ πώ ποτε ναῦται . . εὐχετόωνται παρφυγέειν( Ep. aor.2) Od. 12.99 .