παρώας , v. παρείας . παρώας, A. v. παρείας .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παρώας , v. παρείας . παρώας, A. v. παρείας .
παρούας , οὕτω γὰρ Ἀπολλόδωρος ἐθέλει Ael. NA 8.12 :—also πάρωος , Philum. Ven. 32 , Hsch. παρώας ἵππος a chestnut horse ( μεταξὺ τεφροῦ καὶ πυρροῦ Phot. ), αἱ παρῶαἱ ἵπποι Arist. HA 630a29 : fem. παρ
white and chestnut μᾱλοπάραυος[πᾰ],ον , Aeol. forμηλοπάρειος, Theoc. 26.1 ;μαλλοπάραυος: λευκοπάρειος, Hsch. :—but acc. sg.μαλοπαρούανandμαλοπαραύαν, of a mare, A. white and chestnut(cf.παρώας), PPet