παραρίπτω , v. παραρρίπτω . πάραρμα , v. παραίρημα . πάρᾱρος , ον , v. παρήορος 111 . παράρους , v. παράρροος . παραρίπτω, A. v. παραρρίπτω .πάραρμα, v. παραίρημα .πάρᾱρος,ον, v. παρήορος 111 .παρά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παραρίπτω , v. παραρρίπτω . πάραρμα , v. παραίρημα . πάρᾱρος , ον , v. παρήορος 111 . παράρους , v. παράρροος . παραρίπτω, A. v. παραρρίπτω .πάραρμα, v. παραίρημα .πάρᾱρος,ον, v. παρήορος 111 .παρά