πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς , Hsch. πεικόν: πικρόν, πευκεδανόν , Id. πεῖκος , πείκω , v. πέκος, πέκω . πειλός: πᾶν τὸ πεπιλωμένον (- πηλ -cod.), Id. πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς, Hsch. πεικόν:
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς , Hsch. πεικόν: πικρόν, πευκεδανόν , Id. πεῖκος , πείκω , v. πέκος, πέκω . πειλός: πᾶν τὸ πεπιλωμένον (- πηλ -cod.), Id. πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς, Hsch. πεικόν: