πέπτω , v. πέσσω . πέπυσμαι , v. πυνθάνομαι . πεπωγμένον: κεκλασμένον , Hsch. πέπτω, A. v. πέσσω .πέπυσμαι, v. πυνθάνομαι .πεπωγμένον: κεκλασμένον, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πέπτω , v. πέσσω . πέπυσμαι , v. πυνθάνομαι . πεπωγμένον: κεκλασμένον , Hsch. πέπτω, A. v. πέσσω .πέπυσμαι, v. πυνθάνομαι .πεπωγμένον: κεκλασμένον, Hsch.