* περάω (B), v. πέρνημι . περβέβαται , v. περιβαίνω III. *περάω(B), A. v. πέρνημι .περβέβαται, v. περιβαίνω III.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
* περάω (B), v. πέρνημι . περβέβαται , v. περιβαίνω III. *περάω(B), A. v. πέρνημι .περβέβαται, v. περιβαίνω III.
go round περιβαίνω,fut.-βήσομαι:aor. περιέβην, Ep. περίβην(v. infr.) :— A. go round, esp. of one defending a fallen comrade,bestridehim, ἀλλὰ θέων περίβη καί οἱ σάκος ἀμφεκάλυψε Il. 8.331 , 13.420