περιπνευμονία , περι-πνευμονιάω , περι-πνευμονικός , v. περιπλευμ -. περιπνευμονία,περι-πνευμονιάω,περι-πνευμονικός,v. περιπλευμ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
περιπνευμονία , περι-πνευμονιάω , περι-πνευμονικός , v. περιπλευμ -. περιπνευμονία,περι-πνευμονιάω,περι-πνευμονικός,v. περιπλευμ-.