πισάκιον: περιστόμιον , Hsch. πισάκιον: περιστόμιον, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πισάκιον: περιστόμιον , Hsch. πισάκιον: περιστόμιον, Hsch.
ἰθμαίνω: ἀσθμαίνω , Hsch. ἰθμία: ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κόπρος , Id. ἰθμίν (sic) : περιστόμιον, περιτραχήλιον, ἢ στεφανίς , Id. (cf. ἴσθμιον ). ἰθμαίνω: ἀσθμαίνω, Hsch. ἰθμία: ἡ τῶν μελισσῶν ἐρυθρὰ κό
round a mouth περιστόμ-ιος,ον, A. round a mouthoraperture, Opp. H. 3.603 . II. Subst. περιστόμιον,τό,mouth of a vessel, πίθου Plb. 21.28.12 . 2. mouth-band, φορβειᾷ καὶ περιστομίοις Plu. 2.456b