σκῡτ-εύτρια , ἡ , fem. of σκυτεύς , prob. in Hsch. s.v. πεσσύπτη . σκῡτ-εύτρια,ἡ, fem. ofσκυτεύς, prob. in Hsch. A. s.v. πεσσύπτη .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκῡτ-εύτρια , ἡ , fem. of σκυτεύς , prob. in Hsch. s.v. πεσσύπτη . σκῡτ-εύτρια,ἡ, fem. ofσκυτεύς, prob. in Hsch. A. s.v. πεσσύπτη .
πέσσυμπτον: σκυτεῖον , Hsch. , and πεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια , Id.; cf. πίσυλλος, πεττύκια . πέσσυμπτον: σκυτεῖον, Hsch. , andπεσσύπτη: σκυτεύ<τ>ρια, Id.; cf.πίσυλλος, πεττύκια.