πευκεδᾰνός , ή , όν , = πευκήεις 11, πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο Il. 10.8 ; βέλεμνα, ἀσπίς , Orph. L. 500 , 609 ; θάλασσα Opp. H. 2.33 . πευκεδᾰνός,ή,όν, A. = πευκήεις 11, πτολέμοιο μέγα στόμα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πευκεδᾰνός , ή , όν , = πευκήεις 11, πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο Il. 10.8 ; βέλεμνα, ἀσπίς , Orph. L. 500 , 609 ; θάλασσα Opp. H. 2.33 . πευκεδᾰνός,ή,όν, A. = πευκήεις 11, πτολέμοιο μέγα στόμα
ἀγριό-φυλλον , τό , = πευκέδανος , Ps.- Dsc. 3.78 . ἀγριό-φυλλον,τό, A. = πευκέδανος , Ps.- Dsc. 3.78 .
war, πόλεμος, and Ep. πτόλεμος,ὁ, A. war, Il. 1.61 , etc. (the usual meaning in post-Homeric Greek); also,battle, fight,ib. 226 , etc.; even ofsingle combat, 7.174 ; πόλεμοί τε μάχαι τε 1.177 ,