ξάμμα , ατος , τό , = ξάσμα , Hsch. s.v. πεῖκος. ξάμμα,ατος,τό, A. = ξάσμα , Hsch. s.v. πεῖκος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ξάμμα , ατος , τό , = ξάσμα , Hsch. s.v. πεῖκος. ξάμμα,ατος,τό, A. = ξάσμα , Hsch. s.v. πεῖκος.
πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς , Hsch. πεικόν: πικρόν, πευκεδανόν , Id. πεῖκος , πείκω , v. πέκος, πέκω . πειλός: πᾶν τὸ πεπιλωμένον (- πηλ -cod.), Id. πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς, Hsch. πεικόν:
πέκος , Aeol. πέκκος , τό , = πόκος , An.Ox. 3.358 ; also πεῖκος , Hsch. ( -κός cod.). πέκος, Aeol. πέκκος,τό, A. = πόκος , An.Ox. 3.358 ; alsoπεῖκος, Hsch. (-κόςcod.).