πλᾱτιάζω , πλᾰτει-ιασμός , πλᾱτίον , Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον. πλᾱτιάζω,πλᾰτει-ιασμός,πλᾱτίον, Dor. forπλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πλᾱτιάζω , πλᾰτει-ιασμός , πλᾱτίον , Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον. πλᾱτιάζω,πλᾰτει-ιασμός,πλᾱτίον, Dor. forπλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.