πλᾱτιάζω , πλᾰτει-ιασμός , πλᾱτίον , Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον. πλᾱτιάζω,πλᾰτει-ιασμός,πλᾱτίον, Dor. forπλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πλᾱτιάζω , πλᾰτει-ιασμός , πλᾱτίον , Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον. πλᾱτιάζω,πλᾰτει-ιασμός,πλᾱτίον, Dor. forπλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.
near, close to, πλήσι-ος,α,ον, Boeot. πλᾱτίος Rev.Ét.Gr. 10.29 (Thespiae): (πέλας, πελάζω):— A. near, close to,c. gen.,πλησίοι ἀλλήλων v.l. in Il. 6.249 ; πλησίαι ἀλλήλων Od. 5.71 . 2. c. dat.,