πλᾱτιάζω , πλᾰτει-ιασμός , πλᾱτίον , Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον. πλᾱτιάζω,πλᾰτει-ιασμός,πλᾱτίον, Dor. forπλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πλᾱτιάζω , πλᾰτει-ιασμός , πλᾱτίον , Dor. for πλησιάζω, -ιασμός, πλησίον. πλᾱτιάζω,πλᾰτει-ιασμός,πλᾱτίον, Dor. forπλησιάζω, -ιασμός, πλησίον.
bring near, πλησι-άζω, Dor. πλᾱτιάζω Archyt. ap. Stob. 1.41.2 :pf. A. πεπλησίακα Isoc. 3.36 , Pl. Tht. 144a : (πλησίος):—bring near,[ἵππον] ὄψεσι, ψόφοις, X. Eq. 2.5 ;ναῦν λιμένιSch. Ar. Ra. 27