ποο-φᾰγέω , ποο-φάγος , v. ποηφαγέω, -φάγος. ποο-φᾰγέω,ποο-φάγος, A. v. ποηφαγέω, -φάγος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ποο-φᾰγέω , ποο-φάγος , v. ποηφαγέω, -φάγος. ποο-φᾰγέω,ποο-φάγος, A. v. ποηφαγέω, -φάγος.