πορτιφόροι: οἱ αἴροντες τὰ κόρροια ἐπὶ τῶν ὤμων, Hsch. πορύναν: μαγίδα; and πορύνωμεν μᾶζαν: τῇ χειρὶ προσπιέζωμεν, Id. πορφίτῳ: περόνῃ, Id. πορτιφόροι: οἱ αἴροντες τὰ κόρροια ἐπὶ τῶν ὤμων, Hsch. πο
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πορτιφόροι: οἱ αἴροντες τὰ κόρροια ἐπὶ τῶν ὤμων, Hsch. πορύναν: μαγίδα; and πορύνωμεν μᾶζαν: τῇ χειρὶ προσπιέζωμεν, Id. πορφίτῳ: περόνῃ, Id. πορτιφόροι: οἱ αἴροντες τὰ κόρροια ἐπὶ τῶν ὤμων, Hsch. πο