προαμβολή , v. προαναβολή. προαμβολή, A. v. προαναβολή.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
προαμβολή , v. προαναβολή. προαμβολή, A. v. προαναβολή.
ante-prelude, προανα-βολή,ἡ, A. ante-prelude, = τὰ πρὸ τοῦ προοιμίου , Sch. Pi. N. 10.61 (pl.); poet.προαμβολή, Phot. s.v. προαύλια.